Ο αναβάτης με τον οποίο θα ασχοληθούμε αυτή τη φορά στη στήλη μας δεν ήταν πάντα ο ταχύτερος, δεν κέρδισε κανέναν Παγκόσμιο Τίτλο, όμως είχε ένα σπουδαίο χάρισμα: ήταν εντυπωσιακός.

Ο Garry McCoy γεννήθηκε στο Σίδνεϋ της Αυστραλίας πριν από 44 χρόνια και η αγωνιστική του καριέρα μέτρησε κάτι λιγότερο από 18 χρόνια – τα περισσότερα από αυτά πηγαίνοντας με το πλάι.

Ο Αυστραλός έγινε παγκόσμια γνωστός για το ιδιαίτερο στυλ υπερστροφής με το οποίο οδηγούσε τις μοτοσυκλέτες με τις οποίες αγωνιζόταν, αλλά και λόγω της ταχύτητάς του. Ο συνδυασμός ταχύτητας και ελεγχόμενης πλαγιολίσθησης έμελλαν να του δώσουν το προσωνύμιο «The Slide King».

Τα χρόνια που αγωνίστηκε ο McCoy στα Παγκόσμια Πρωταθλήματα πέρασε από πολλές κατηγορίες, ανταγωνίστηκε σπουδαίους αντιπάλους και πολλούς από αυτούς τους νίκησε κιόλας.

Οδήγησε πολλές και διαφορετικές μοτοσυκλέτες, από την κατηγορία των 125cc έως τα δύστροπα δίχρονα των 500cc και τη νέα γενιά των τετράχρονων 1000cc του MotoGP. Πέρασε και από το Παγκόσμιο Πρωτάθλημα SBK αλλά και το WSSP, ενώ υπήρξε και εργοστασιακός αναβάτης της Kawasaki αλλά και της Aprilia.

Ο McCoy κάνει την πρώτη του εμφάνιση στα Grand Prix το 1992, στον εντός έδρας αγώνα του στο Eastern Creek της Αυστραλίας. Η πρώτη του συμμετοχή σε οποιοδήποτε είδους αγώνα μοτοσυκλέτας έχει γίνει μόλις τέσσερις μήνες πριν, ο Αυστραλός όμως δεν είναι ο οποιοσδήποτε. Εγκαταλείπει, όμως θέλει να αγωνιστεί ξανά και εμφανίζεται και στα GP Μαλαισίας και Ολλανδίας την ίδια χρονιά. Εγκαταλείπει και στους δύο αλλά δεν το βάζει κάτω.

Την επόμενη χρονιά, στα 21 του, ακολουθεί για πρώτη φορά ολόκληρο το πρωτάθλημα, οδηγώντας μια Honda RS 125. Δεν σημειώνει κάποια νίκη, όμως η βαθμολογική του συγκομιδή είναι αντάξια μιας πρώτης θέσης. 25 βαθμοί σε 10 συμμετοχές, με highlight την 7η θέση του στο GP των H.Π.Α.

Το 1994 αλλάζει ομάδα και οδηγεί μια Aprilia. Εκκινεί την χρονιά του εντυπωσιακά, με ένα βάθρο στο Αυστραλέζικο GP. Τέσσερις αγώνες μετά στην Αυστρία επαναλαμβάνει το κατόρθωμά του, δείχνοντας πως δεν είναι απλά ένα ταλέντο «φούσκα». Η αστάθεια στην απόδοσή του όμως σε συνδυασμό με έναν τραυματισμό, τον περιορίζουν μόλις στην 13η θέση της κατάταξης.

Την επόμενη χρονιά όλοι πιστεύουν ότι μπορεί να κάνει σπουδαία πράγματα. Οι τραυματισμοί όμως είναι και πάλι εκεί, παρ’ όλα αυτά ο Αυστραλός σημειώνει την πρώτη νίκη της καριέρας του, στον 2ο αγώνα της χρονιάς στη Μαλαισία.

Το 1996 επανέρχεται στην Aprilia έπειτα από ένα διάλλειμα ενός έτους όπου συμμετείχε με Honda. Ο συναγωνισμός στην κατηγορία των 125cc είναι τεράστιος, ο McCoy σημειώνει και πάλι αρκετές εγκαταλείψεις, αλλά οι τελευταίες τέσσερις εμφανίσεις του δικαιολογούν το λόγο που όλοι τον υπολογίζουν· μια τέταρτη, μια δεύτερη, μια πέμπτη και μια εκκοφαντική νίκη στο ‘σπίτι’ του στην Αυστραλία, πείθουν. Τελικός απολογισμός η 12η θέση της κατάταξης, τρεις θέσεις πίσω από τον Valentino Rossi, που τότε έκανε ντεμπούτο.

Το 1997 μένει στην Aprilia και «δουλεύει» την σταθερότητά του. Ως ένα σημείο τα καταφέρνει, δεν κερδίζει, ωστόσο καταφέρνει να ανέβει δύο φορές στο βάθρο των νικητών. Είναι η καλύτερή του χρονιά στα 125cc και αποχωρεί από την κατηγορία με την 7η θέση της τελικής κατάταξης. Η απόδοσή του, του δίνει ένα σπουδαίο εισιτήριο και η είδηση κάνει πάταγο στο χώρο των paddock· ο Αυστραλός πατάει ‘skip’ στην μεσαία κατηγορία και περνά απ’ ευθείας στα ‘μεγάλα σαλόνια’, στον μαγικό κόσμο των 500cc.

Διαβάστε το τρίτο τεύχος του TotalMAG

Η Shell Advance Honda του εμπιστεύεται μια NSR 500, με την οποία ο McCoy παίρνει βαθμούς σε έξι από τους εννέα αγώνες που συμμετείχε, πρωτού ένας ακόμη τραυματισμός, του στερήσει το υπόλοιπο της χρονιάς. Τότε ήταν που ο Αυστραλός κατάφερε να επιδείξει ακόμη περισσότερο το ιδιαίτερο στυλ οδήγησής του, καθώς η αβυσαλλέα δύναμη της δίχρονης πεντακοσάρας του επέτρεπε να πλαγιολισθαίνει συνεχώς.

Το 1999 η WCM τον κάνει δικό της και ο McCoy οδηγεί μια Yamaha YZR 500. Χάνει τους έξι πρώτους αγώνες της χρονιάς και όλοι τον ξεγράφουν, ο Αυστραλός όμως είναι πεισματάρης και ένα χρόνο μετά το ντεμπούτο του τερματίζει 3ος στον αγώνα της Βαλένθια. Οι υπόλοιποι τερματισμοί του είναι ικανοποιητικοί και ο «Βασιλιάς της πλαγιολίσθησης» ολοκληρώνει τη χρονιά του στη 14η θέση, έχοντας χάσει σχεδόν το μισό πρωτάθλημα.

Η νέα χιλιετία τον βρίσκει στην ίδια ομάδα και ο Garry δείχνει πιο γρήγορος και ώριμος από ποτέ. Κερδίζει τον πρώτο αγώνα της χρονιάς στη Νότια Αφρική, νικώντας τον Carlos Checa στο νήμα. Όλοι μένουν άναυδοι και ο Αυστραλός δείχνει ότι η νίκη του δεν ήταν τυχαία, ανεβαίνοντας στο βάθρο του επόμενου αγώνα της χρονιάς. Τα επόμενα αποτελέσματά του τον απομακρύνουν από την διεκδίκηση του Τίτλου, ο McCoy όμως είχε την τάση να ξεπερνά πάντα τα προβλήματά του. Δύο ακόμη βάθρα και δύο νίκες σε Πορτογαλία και Βαλένθια του δίνουν αρκετούς βαθμούς ώστε να ολοκληρώσει στην 5η θέση του πρωταθλήματος. Ο Garry έχει μόλις ολοκληρώσει την καλύτερη σεζόν της καριέρας του.

Το 2001 παραμένει στη σέλα της YZR, όμως ο ίδιος δεν είναι στην κατάσταση που ήταν το 2000. Φυσικά η ταχύτητα δεν είναι κάτι που χάνεται έτσι απλά, με τον Αυστραλό να κατακτά ακόμη τρία βάθρα σε Ιαπωνία, Πορτογαλία και Μαλαισία.

Το 2002 οι αγώνες αλλάζουν για πάντα και οι τετράχρονες μοτοσυκλέτες έρχονται να εκθρονίσουν την άλλοτε κραταιά κατηγορία των 500cc. Σε μια χρονιά όπου το παρελθόν συνάντησε το μέλλον και οι δίχρονες ανταγωνίζονταν τις τετράχρονες, ο McCoy δυσκολεύται με την δίχρονη Yamaha του ενάντια στις νέες και πιο προηγμένες τεχνολογικά χιλιάρες. Δεν τα πάει καλά και μια 9η θέση είναι ότι καλύτερο έχει να επιδείξει εκείνη τη χρονιά.

Την επόμενη χρονιά η Kawasaki τον καλεί να εξελίξει την νέα προσπάθεια των «πρασίνων» στο MotoGP. Ο Αυστραλός δεν έχει ξαναβρεθεί σε παρόμοια θέση, να δρομολογεί δηλαδή την κατάσταση για ένα ολόκληρο εργοστάσιο. Βαθμολογείται μόλις σε τρεις αγώνες και ολοκληρώνει στην 22η θέση, έχοντας συλλέξει μόλις 11 βαθμούς. Η Kawasaki τον αποδεσμεύει και ο McCoy δεν έχει πλέον ομάδα στο MotoGP.

To 2004 τον βρίσκει στο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα WSBK, οδηγώντας για λογαριασμό της NCR-Ducati. Κερδίζει στο Phillip Island και ολοκληρώνει στην 6η θέση της κατάταξης. Η Aprilia του δίνει την ευκαιρία και ο ίδιος αγωνίζεται στους τρεις τελευταίους αγώνες του MotoGP της ίδιας χρονιάς με την RS-Cube· την τρικύλινδρη μοτοσυκλέτα των Ιταλών που συμμετείχε στο κορυφαίο πρωτάθλημα δύο τροχών. Συμμετέχει σε τρεις αγώνες, χάνει οριακά τους βαθμούς στους δύο και εγκαταλείπει στον τρίτο. Το 2005, ένας άλλος «Βασιλιάς», ο Carl Fogarty, του προτείνει να αγωνιστεί για την ομάδα του και πάλι στο WSBK.

Ο Αυστραλός δέχεται, όμως η Foggy Petronas δεν τον βοηθά και ο καλύτερος τερματισμός του είναι μια 12η θέση. Το 2006 είναι και οριστικά πλέον εκτός αγώνων, με τον ίδιο να δοκιμάζει να αγωνιστεί σε αγώνες Supercross. Στα τέλη της χρονιάς όμως η Ilmor – που έχει ετοιμάσει στο μεταξύ ένα project για το MotoGP – τον προσλαμβάνει ως οδηγό εξέλιξης και εκείνος τα πάει καλά. Με μια μοτοσυκλέτα και μια ομάδα χωρίς καμία εμπειρία από MotoGP, τερματίζει στους βαθμούς και στους δύο αγώνες που συμμετείχε. Αυτές του οι εμφανίσεις θεώρησε ότι θα του έδιναν το χρυσό εισιτήριο για την πλήρη επιστροφή του στο πρωτάθλημα, η Ilmor όμως τον ‘αδειάζει’ και τον αφήνει εκτός line-up για το 2007.

Το 2008 ο McCoy περνά στο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα Supersport στη σέλα μιας Triumph 675. Το τέλος της καριέρας του πλησιάζει όμως μια τεράστια πτώση στο Brno απειλεί να τον στείλει σπίτι του νωρίτερα από ότι θα περίμενε ο ίδιος. Σηκώνεται, σφίγγει τα δόντια – το έκανε πάντα άλλωστε – και ορθώνει ανάστημα για την τελευταία του παράσταση. Το έτος είναι 2009 και ο Garry είναι πια 37 ετών.

Είναι μεγάλος αναβάτης και το αποδεικνύει: παίρνει τα δύο πρώτα βάθρα της Triumph στο θεσμό και ολοκληρώνει τη χρονιά στην 8η θέση. Όχι και άσχημα για την ηλικία του, όχι και άσχημα για όσα πέρασε. Παρ’ όλα αυτά η Βρετανική ομάδα γίνεται η δεύτερη που τον αφήνει χωρίς δουλειά ενώ το άξιζε και ανακοινώνουν τη λύση της συνεργασίας τους. Ο ίδιος μένει άφωνος καθώς μαθαίνει τα νέα από τα περιοδικά και όχι από την ομάδα του.

Το τέλος έχει ήδη έρθει όμως εκείνος το παλεύει ακόμη. Θέλει το στυλ του να γεμίσει και πάλι τις πίστες του Παγκοσμίου και η FB Corse του δίνει διετές συμβόλαιο για το MotoGP. Η τύχη όμως αποφασίζει ότι η αποχώρησή του δεν παίρνει άλλη αναβολή, το τρικύλινδρο project της ομάδας δεν «πατάει» ποτέ πίστα και ο Garry μένει εκτός. Το παίρνει απόφαση και εγκαταλείπει οριστικά τους αγώνες, αφήνοντάς μας να τον παρακολουθούμε από τα video να πλαγιολισθαίνει ατελείωτα ότι και αν οδηγούσε, κάνοντάς μας να νοσταλγούμε την εποχή που αγωνιζόταν…

 

Ακολουθήστε μας στο Twitter και στο Instagram.

Σχόλια

comments

Powered by Facebook Comments