Ο Fernando Alonso αποτέλεσε -κατά κανόνα- τον καλύτερο οδηγό σε όποια ομάδα κι αν ήταν, αλλά με κάποιον τρόπο, όταν έφευγε από αυτήν, η απόδοσή της βελτιωνόταν – η ‘Ewing Theory’ το εξηγεί καλύτερα.

Οι απλούστερες δομές λειτουργούν καλύτερα (less is more)- αυτό εξηγείται από το Braess Paradox, στο οποίο ο καθηγητής μαθηματικών Dietrich Braess έχει ως παράδειγμά του τους δρόμους που συνδέουν ένα χωρίο με μία πόλη (και το αντίστροφο), και το πώς η δημιουργία ενός νέου, μεγάλου αυτοκινητόδρομου τελικά δεν κατάφερε να μειώσει την χρονική διάρκεια του ταξιδιού, παρά τη σαφέστατη μείωση της απόστασής του. 

Σε αυτή τη λογική βασίζεται η ‘Ewing Theory’, μία αρκετά απλουστευμένη εκδοχή του παραδόξου του Γερμανού καθηγητή (ή μία αρκετά περίπλοκη εξήγηση του «ματιού», αν θέλετε να το δείτε έτσι – μαθηματικοί εκεί έξω, μη μας κάνετε μήνυση).

Ο Patrick Ewing ήταν ο center των New York Knicks επί μία 15ετία. Ήταν το μεγάλο αστέρι μίας ομάδας που έψαχνε συνεχώς την επιστροφή στις επιτυχίες, έχοντας ξεχάσει πώς είναι να κερδίζεις πρωτάθλημα (ή ακόμα και να βρίσκεσαι στους τελικούς του NBA), αφού η τελευταία της κατάκτηση χρονολογείται στο 1972 – ο Ewing επιλέγεται από την ομάδα στο Draft του 1985.

Τα χρόνια περνούν, και οι Knickerbockers γίνονται μία ομάδα που χρόνο με τον χρόνο βασίζεται όλο και περισσότερο στον σταρ της, στον άνθρωπο που ενσαρκώνει όλες τους τις ελπίδες για την ανάκαμψη, για την επιστροφή στην κανονικότητα. Προφανώς, επειδή μιλάμε για τους Knicks, τα πράγματα δεν εξελίχθηκαν και τόσο θετικά.

Μπορεί ο Ewing να ήταν ένας εκ των κορυφαίων παικτών της λίγκας τη δεκαετία του ’90, αλλά με εκείνον στο παρκέ, η Νέα Υόρκη δεν έβλεπε καμία σημαντική επιτυχία πέραν της συμμετοχής στα playoffs.

Παραδόξως, μόνο όταν εκείνος ήταν τραυματίας ή έμενε στον πάγκο λόγω φάουλ, έβρισκε η ομάδα τον εαυτό της και απέδιδε καλύτερα. 

Αυτό το παράδοξο έγινε μία θεωρία, η Ewing Theory, από τον Dave Cirilli, φίλο του αθλητικού συντάκτη Bill Simmons, που εκείνη την περίοδο κάλυπτε το NBA για το ESPN. Ο Cirilli διατύπωσε την θεωρία του έχοντας ως βάση το παράδειγμα του Ewing: όταν εκείνος απουσίαζε από την ομάδα, αυτή ανέβαζε την απόδοσή της.

Η αρχή έγινε στα playoffs του 1996. Εκεί, οι Knicks αγωνίζονται χωρίς τον αστέρα τους, ως το 5ο seed της Ανατολής, απέναντι στους 4ους Cleveland Cavaliers. Με μειονέκτημα έδρας, οι Νεοϋορκέζοι περνάνε, «σκουπίζοντας» τους αντιπάλους τους.

Μεγαλύτερη απόδειξη αυτής της θεωρίας, φυσικά, είναι τα playoffs του 1999. Οι Knicks έχουν ακόμα μία ευκαιρία για τους τελικούς και -ίσως- την κατάκτηση του τίτλου, αλλά ο Ewing τραυματίζεται, και μένει εκτός της σειράς με τους Indiana Pacers, την πιο σκληροτράχηλη ομάδα της Ανατολής εκείνη την περίοδο. 

Οι Pacers είναι το ξεκάθαρο φαβορί των Τελικών της Ανατολής, και με τον Ewing τραυματία, τα πράγματα μοιάζουν δύσκολα για τους Νεοϋορκέζους. Ο Cirilli, όμως, νιώθει βέβαιος πως η θεωρία του θα αποδειχθεί σωστή, και πως η απουσία του θα τονώσει την ομάδα. 

Όπερ και εγένετο: οι Knicks περνάνε στους τελικούς του NBA (αλλά ηττώνται από τους Spurs του Robinson, του Duncan και του Popovich). Η θεωρία, βέβαια, είχε επιβεβαιωθεί, και δεν ήταν μόνο αυτό το παράδειγμα που την νομιμοποιούσε ως πραγματική ορολογία της αθλητικής πραγματικότητας.

Ο Alonso ως σύγχρονος Ewing

Ο Fernando Alonso αποτέλεσε τεράστιο asset για τις ομάδες με τις οποίες αγωνίστηκε. Από την πρώτη του σεζόν στο σπορ, στη Minardi, ως και την τελευταία (;) του στη McLaren, ο Ισπανός πρωταθλητής ήταν ο οδηγός στον οποίο βασιζόταν πάντα ο οργανισμός, εκείνος που θα έφερνε τα αποτελέσματα, τις νίκες, τους τίτλους.

Δικαίως, θα πει κανείς. Το ταλέντο του, η ταχύτητά του, η ικανότητά του ειδικά τις Κυριακές να κάνει αγώνες στρατηγικής, σκεπτόμενους ίσως, ήταν και παραμένουν στοιχεία υψίστης σημασίας, και όταν όλα αυτά συνδυάζονται σε ένα generational talent (είπαμε, θα μιλήσουμε για NBA), τότε μιλάμε για διαμάντι σωστό. Και σε αυτό, έχει πολλές ομοιότητες με τον Ewing, στο πώς δηλαδή η έλευσή του σε μία ομάδα αλλάζει το πώς αυτή λειτουργεί γύρω του.

Παρόλα αυτά, η εξάρτηση που έχει η εκάστοτε ομάδα στον ίδιο είναι ένα ρίσκο που δεν αποδίδει πάντα. Η διετία των επιτυχιών με τη Renault ήταν και η μοναδική φορά στην οποία το εν λόγω ρίσκο, δηλαδή η εναπόθεση όλων των ελπίδων μίας ομάδας στον Ισπανό, έπιασε, και έγινε ο κυρίαρχος συνδυασμός, κερδίζοντας εκείνο της Ferrari και του Michael Schumacher.

Η απόλυτη εμπιστοσύνη που του δείχνει η ομάδα (McLaren, Ferrari και ξανά McLaren) είναι κάτι που αποδεικνύεται τελικά «βαρίδι», γίνεται τροχοπέδη στις βλέψεις της για τίτλο ή απλά ένα καλό αποτέλεσμα. Ο «συγκεντρωτισμός» του Alonso στο πώς χειρίζεται την ομάδα, οι προσδοκίες που φτάνουν σε δυσθεώρητα ύψη και μόνο με την παρουσία του σε αυτήν, είναι μεγάλο εμπόδιο για αυτήν, και για τον ίδιο, μίας πρώτης τάξεως ευκαιρία να δείξει τη δυσαρέσκειά του, αυξάνοντας ακόμα περισσότερο την πίεση.

Κι ενώ ο Ewing δεν ήταν αυτός ο άνθρωπος, αυτός ο αθλητής, η πραγματικότητα είναι πως ο οργανισμός των Knicks στρεφόταν γύρω από τον ίδιο, κι αυτή η πίεση που ένιωθε σε κάθε αποτυχημένη σειρά, σε κάθε χαμένο τελικό, ήταν τεράστια.

Σε ό,τι αφορά τον Alonso, η ‘Ewing theory’ μπαίνει στη συζήτηση για τις σεζόν του 2008, του 2015 και του 2019. Και στις τρεις, οι ομάδες από τις οποίες αποχώρησε τα πήγαν μνημειωδώς καλύτερα.

2008: Η McLaren παίρνει στέμμα χωρίς τον ‘rey’ της

LAT Images

Το 2007, ο Fernando Alonso μεταβαίνει στη McLaren (μία κίνηση που είχε ολοκληρωθεί από το τέλος του 2005!) για να συνεχίσει την καριέρα του, όντας εν ενεργεία 2 φορές πρωταθλητής. Δίπλα του, ένας rookie, με εξαιρετικά αξιόλογη καριέρα στις μικρές κατηγορίες, πρωταθλητής GP2, ο Lewis Hamilton.

Το εν λόγω δίδυμο φτάνει από μία κατάσταση ηρεμίας (έστω και φαινομενικής) σε μία κατάσταση πλήρους αντιπαράθεσης, απόλυτα ζημιογόνου για την ομάδα συνολικά. Την ώρα που ο έμπειρος Ισπανός, που ήλπιζε να έχει την θέση του αδιαμφισβήτητου νο.1, και ο rookie Hamilton, που τον βάζει στα «σχοινιά» συχνά-πυκνά, μονομαχούν για το ποιος θα έχει τα ηνία στο Woking, η Ferrari και ο Kimi Raikkonen έπαιρναν τον τίτλο, με 1 βαθμό.

Η συμπεριφορά του Alonso και η σε καμία περίπτωση ξεκάθαρη στάση της McLaren και του Ron Dennis στη μεταξύ τους σχέση, καθώς και το σκάνδαλο του ‘Spygate’ και η απειλή του Ισπανού να καταγγείλει την ομάδα στη FIA, ήταν πάρα πολλά για να πετύχει αυτός ο «γάμος». 

Όταν ο Alonso αποχωρεί πριν την έναρξη της σεζόν του 2008 και αφήνει τον Hamilton μόνο νο.1 οδηγό να διεκδικήσει τον τίτλο, ο Βρετανός καταφέρνει τον στόχο του και κάνει αυτό που θα έπρεπε να είχε πράξει ο πρώην teammate του.

Εδώ, σε αντίθεση με τις άλλες δύο περιπτώσεις, μερίδιο ευθύνης φέρει και η ομάδα. Δεν είναι μόνο οι απαιτήσεις του Alonso, το στάτους το οποίο προσπάθησε να επιβάλει με τον ερχομό του. Είναι και το πώς τον χειρίστηκε ο Dennis με τον Whitmarsh.

2015: Αναγέννηση με αυτόν που την πλήγωσε

Αυτό δεν ισχύει με την Ferrari που, κατά την άποψη του γράφοντος, είναι και η μεγαλύτερη απόδειξη της ‘Ewing theory’ για τον Alonso.

Η πενταετία με τη Ferrari ήταν μία αποτυχία, αν τεθεί ως επιτυχία η κατάκτηση έστω ενός παγκόσμιου πρωταθλήματος. Το 2010 και το 2012 ήταν οι δύο μεγάλες ευκαιρίες, τις οποίες κι έχασε μέσα από το χέρια του.

Και κάθε χαμένος «τελικός» ήταν ακόμα ένα ισχυρό πλήγμα στη σχέση ομάδας και οδηγού. Οι δημόσιες κατηγορίες του Nando προς την ομάδα του δυσχέραιναν συνεχώς το κλίμα, αλλά η Scuderia εξακολουθούσε να πιστεύει στη συνεργασία τους, στο γεγονός ότι αυτός είναι ο οδηγός που θα την επαναφέρει στην κορυφή.

Μετά το αρκετά δύσκολο 2013 και την ολοκληρωτική ήττα του 2014, που είδε τη Ferrari να πέφτει 4η στους κατασκευαστές, χωρίς νίκη όλη τη χρονιά, οι δύο πλευρές χώρισαν τους δρόμους τους.

Το 2015, ήταν η σειρά του Sebastian Vettel να διαδραματίσει τον ρόλο του σωτήρα. Χωρίς την ασφυκτική πίεση του Alonso, του οποίου η παρουσία είχε καταστεί πλέον τοξική, η ομάδα ανέκαμψε σημαντικά, πήρε 3 νίκες και βρέθηκε 2η στη βαθμολογία των κατασκευαστών.

2019: Το νέο αίμα

Το πιο πρόσφατο παράδειγμα της εφαρμογής της θεωρίας στην περίπτωση του Alonso είναι η φετινή απόδοση της McLaren. Η αποχώρηση του Ισπανού από το Woking μοιάζει να έχει επιδράσει πιο έντονα και πιο καταλυτικά από την παρουσία του εκεί τα τελευταία χρόνια της καριέρας του.

Η τρομερή μεμψιμοιρία του, η θέληση της διοίκησης να τον ακούει, συμβουλεύεται και εμπιστεύεται τυφλά σε αποφάσεις που πρακτικά άλλαξαν το σκηνικό του midfield άρδην (σε εκείνη την τριπλή ανταλλαγή κινητήρων και οδηγών ανάμεσα σε McLaren, Toro Rosso και Renault), απλά αποδυνάμωνε εκ των έσω όλο το -ήδη επιβαρυμένο- οικοδόμημα της ομάδας.

Αγωνιστικά, μάλιστα, ηττήθηκε το 2015 από τον Button, και όταν έλειψε όντας τραυματίας από το GP του Μπαχρέιν του 2015, η ομάδα πήρε τον πρώτο της βαθμό.

Μετά, απλά φυτοζωούσε, έχοντας σαφή αδιαθεσία να προσπαθήσει για κάτι, και πιέζοντας τη McLaren και τη Honda σε σημείο προσβολής προς αμφότερες. Δεν ήταν πλέον θέμα αν ο Alonso ήταν γρήγορος, leader ή ικανός να πάρει το μέγιστο. Γινόταν τεράστιος βραχνάς για την εξέλιξη του Woking, και εχθρός των Ιαπώνων. 

Η αποχώρησή του στο τέλος του 2018 έφερε πρακτικά μία νέα πνοή στο ταλαιπωρημένο βρετανικό στρατόπεδο, που ουσιαστικά είδε το μεγαλύτερο asset του να γίνεται ο μεγαλύτερος μπελάς μέσα σε 4 χρόνια.

————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————-

Κοινός παρονομαστής και των τριών παραδειγμάτων είναι η σαφής αδυναμία του Alonso να κάνει τους άλλους γύρω του καλύτερους – κι αυτό φαίνεται εκ του αποτελέσματος.

Ο Ewing είχε γίνει ο Μεσίας των Knicks για μία 15ετία, και όσες μικρές επιτυχίες κι αν είχαν, ποτέ δεν έφταναν στον τελικό, απόλυτο στόχο τους. Και ποτέ δεν το έκαναν αυτό με τον ίδιο στο παρκέ.

Ο Alonso έγινε αυτή η κεντρική φιγούρα σε όλες τις ομάδες με τις οποίες αγωνίστηκε, και σπάνια η φυγή του έκανε τα πράγματα χειρότερα για αυτές.

Αυτό, φυσικά, δεν αναιρεί το οδηγικό του μέγεθος, ούτε διαγράφει τα επιτεύγματά του. Απλώς, δείχνει πως η πορεία του έχει περισσότερα άσχημα, αμφιλεγόμενα, ιδιαίτερα ενοχλητικά κομμάτια, παρά σαφείς επιτυχίες – ακόμα και το 2006, η καλύτερη χρονιά της καριέρας του, είχε σκάνδαλο, πολλώ δε μάλλον το 2007 και το 2008.

Παρά το τεράστιο ανάστημά του αγωνιστικά, η παρουσία του δεν ήταν πάντοτε ωφέλιμη, και η πίστη που του έδειξαν διευθυντές και διοικήσεις ήταν τόσο εξοντωτική για τους ίδιους που ίσως και να μην άξιζε εξ αρχής.

Ακολουθήστε μας στο Twitter, στο Instagram, και στο Youtube.

No more articles
X