Η νίκη του Charles Leclerc ανοίγει ένα νέο κεφάλαιο για τη Ferrari, η οποία -αναγκαστικά- καλείται να πάρει αποφάσεις για το μέλλον της.

Για μία ομάδα όπως είναι η Ferrari, του εκτοπίσματός της και των στόχων που θέτει κάθε χρόνο, το να έχουν περάσει 12 αγώνες χωρίς νίκη (και 15 από την τελευταία της στις ΗΠΑ) ήταν μεγάλο, τεράστιο διάστημα.

Ιδανικά, θα ήθελε να έρθει δια χειρός Vettel. Ο θέσει (όχι φύσει, και θα εξηγηθούμε επ’ αυτού) ηγέτης της είναι εκείνος ο οποίος οφείλει, βάσει «βιογραφικού» και εμπειρίας, να παίρνει το μέγιστο από ένα μονοθέσιο που, όσο δύσκολο κι αν είναι, είναι top 3. Εκείνος θα πρέπει με την πρώτη κιόλας ευκαιρία να κερδίσει.

Ο Καναδάς ήταν η μεγάλη ευκαιρία του. Την έχασε, από δικό του λάθος και από αναλγησία (ή υπερβολική εφαρμογή των κανονισμών, αν προτιμάτε) των αγωνοδικών. Αλλά, ω γέγονε, γέγονε. Κανείς δεν μπορεί να κλαίει πάνω από το χυμένο γάλα για πολύ. 

Είχε προηγηθεί, όμως, ο εξαιρετικός αγώνας του Leclerc στο Μπαχρέιν, προτού έρθει το πρόβλημα στον 46ο γύρο και πρακτικά χάσει την πρώτη του νίκη στον 23ο αγώνα της καριέρας του. 

Το λάθος του δύο GP μετά, στο Μπακού, ήταν κι αυτό που ενδεχομένως του στέρησε την δυνατότητα να ανέβει εκεί για πρώτη φορά στο υψηλότερο σκαλί του βάθρου, ενώ και στην Αυστρία, τα ελαστικά έπαιξαν τον ρόλο τους σε μεγάλο βαθμό.

Οπότε, η Ferrari είχε βρεθεί τέσσερις φορές σε θέση νίκης, και κατάφερε να χάσει και τις τέσσερις. Μέχρι την περασμένη Κυριακή.

Σε έναν αγώνα που μόνο τέλεια δεν κύλησε (και όχι μόνο για τα τραγικά νέα του Σαββάτου), ο Leclerc «έσπασε το ρόδι», έδειξε πως μπορεί να κερδίσει και υπό πίεση -από αυτές που λυγίζουν οδηγούς με 4 πρωταθλήματα- και άκουσε τον αντίπαλό του εκείνη τη μέρα, Lewis Hamilton, να του πλέκει το εγκώμιο.

Δικαιολογήμενα. Ο Μονεγάσκος είναι σε εξαιρετική κατάσταση, παρά τα σαφή μειονεκτήματά του, όπως είναι η διαχείριση των ελαστικών και η οδήγησή του σε ενδιάμεσες, συνεχώς μεταβλητές συνθήκες (βλ. Γερμανία 2018 και 2019). Άλλωστε, όντας ακόμα 22 ετών, θα έχει χρόνο να τα λύσει αυτά, εφόσον έχει τη διάθεση να το κάνει. Το έκανε και ο Verstappen, στους τομείς που υστερούσε εκείνος.

Με το «νέο αίμα» να μπαίνει πιο νωρίς και πιο απότομα από ποτέ σε πολύ «βαθιά νερά», η παρουσία ενός τόσο μικρού οδηγού σε μεγάλη ομάδα, πολλώ δε μάλλον στη Ferrari, είναι μία πραγματικότητα που θα πρέπει να πάψει να προκαλεί εντύπωση. Είναι μία νόρμα.

Αυτό που δεν αποτελεί νόρμα και παραμένει αξιοσημείωτο, είναι το πόσο γρήγορα κατάφερε ο Leclerc να προσαρμοστεί στα νέα δεδομένα. Όσο καλά κι αν γνώριζε την ομάδα, όντας μέλος της Ακαδημίας της τα τελευταία 5 χρόνια, το να οδηγεί για αυτήν, πλάι σε ένα 4κις πρωταθλητή, είναι κάτι που δεν θα άντεχε ο καθένας – ειδικά ένας rookie.

Ο Charles Leclerc μετέβη στη Scuderia μετά από 21 αγώνες με την Alfa Romeo-Sauber. Αυτό το διάστημα δεν είναι αρκετό για να «ψηθεί» κανείς στο σπορ, να μάθει τα ‘inner workings’, να κατανοήσει την πολιτική πίσω από αυτό. Σε αυτό το επίπεδο, τίποτα δεν αφορά μόνο την οδήγηση, το γκάζι, το φρένο, το set-up. Είναι και ζήτημα διαχείρισης καταστάσεων, ανθρώπων, των media (καλή ώρα). 

Εκείνος, βέβαια, φαίνεται να το κάνει σε ικανοποιητικό επίπεδο, καταφέρνοντας παράλληλα να βελτιώνεται όσο περνούν οι αγώνες και εκεί που τελικά μετρά: στην πίστα. 

Μετά την κάκιστη εικόνα που είχε στην Ουγγαρία, επέστρεψε από το θερινό διάλειμμα με σαφώς ανανεωμένη διάθεση και στοχοπροσηλωμένος (homage στον Δ.Χ.). Βοήθησε αρκετά η πίστα, σίγουρα. Το Spa δεν είναι Hungaroring, και το κολοσσιαίο προβάδισμα της Ferrari σε τελική ταχύτητα ήταν μεγάλο όπλο στη φαρέτρα του. Αλλά το ίδιο όπλο διέθετε και στη δική του φαρέτρα ο Vettel, και δεν κατάφερε να το αξιοποιήσει.

Η ειδοποιός διαφορά του Leclerc με τον Vettel την Κυριακή ήταν τα ελαστικά. Ο μεν Μονεγάσκος τα έκανε να λειτουργήσουν σωστά, με το πρώτο stint πρακτικά να του κερδίζει τον μισό αγώνα, ο δε Γερμανός υπερεκτίμησε τις δυνατότητές τους, πήγε για το undercut, κι αναγκάστηκε να γίνει το ανάχωμα ανάμεσα στον teammate του και τον Hamilton – με τεράστια επιτυχία.

Σε μακροσκοπικό επίπεδο, όμως, η διαφορά τους είναι ποιοτική και ψυχολογική. Κι αυτά τα δύο δεν είναι συγκοινωνούντα δοχεία, παρά το ότι είναι οι συνιστώσες ενός status quo που έχει δημιουργηθεί φέτος.

Ποιοτικά, ο Leclerc φέρνει στη Ferrari μία πολύ διαφορετική προσέγγιση σε οδηγικό επίπεδο. Είναι ένας αρκετά επιθετικός οδηγός, με σαφή αγάπη στο να βάζει τη «μούρη» (sic) του μονοθέσιου στις στροφές με κοφτές κινήσεις. Είναι ένα είδος οδήγησης που χαρακτηρίζει σχεδόν όλους τους νέους του σπορ, από τον Verstappen ως τον Russell, γιατί είναι και ο μόνος τρόπος που είχαν για να πάρουν το μέγιστο από ενιαία μονοθέσια, όπως αυτά με τα οποία έτρεχαν μέχρι πρότινος.

Ο Vettel, από την άλλη μεριά, είναι ένας πιο ήπιος οδηγός, με αγάπη για το πίσω μέρος. Το προτιμά ‘planted’ – θέλει στο πάτημα του γκαζιού, να έχει άμεσα την πρόσφυση. Δεν έχει καμία διάθεση να παλέψει, και αυτό είναι -ενδεχομένως- κουσούρι από την 4ετία των επιτυχιών με τη Red Bull. 

Το φετινό μονοθέσιο της Ferrari, φυσικά, είναι αρκετά κοντά στο πρώτο στιλ οδήγησης, κι όχι από άποψη. Χωρίς αρκετή πρόσφυση (χάρη στις αλλαγές στο εμπρός μέρος και τα δύστροπα ελαστικά), το πίσω μέρος θα «χορέψει» αρκετά, και η επιθετική προσέγγιση θα φέρει αποτέλεσμα σαφώς καλύτερο, αφού μόνο έτσι καλύπτεται η έλλειψη του grip. 

Πιο απλά, δεν μπορείς να εμπιστεύεσαι το μονοθέσιο – πρέπει εσύ να του υποδείξεις τι θα κάνει. 

Σε αυτό θα μπορούσε να βοηθήσει ο πολύπειρος σε αυτά τα θέματα Kimi Raikkonen, ή αλλιώς ο β’ μηχανικός αγώνα του Vettel τα προηγούμενα χρόνια της κοινής θητείας τους στη Scuderia. 

Ο Leclerc, όμως, δεν έχει αυτόν τον ρόλο στην ομάδα. Ο Leclerc είναι το μέλλον, και δεν θα γίνει το νο.2 χωρίς να δώσει μάχη για να γίνει το νο.1

Εκεί υπεισέρχεται ο ψυχολογικός παράγοντας. Με τον Leclerc να βλέπει πως μπορεί να κερδίσει με συνέπεια τον teammate του, ο 4κις δέχεται ένα ισχυρό πλήγμα, προερχόμενος από μία ακόμα χρονιά στην οποία ακούμπησε με το ένα χέρι τον τίτλο, προτού αυτοκτονήσει με το άλλο.

Και, όσο κι αν μην έχει την πολυτέλεια η Ferrari για σαφή ιεράρχηση στους οδηγούς της, την έχει επιβάλει, λόγω της κουλτούρας της. Αυτό είναι το DNA της. Απλώς φέτος, έχει επιλέξει λάθος σειρά προτεραιότητας.

Ο Μονεγάσκος είναι το νέο νο.1, ή έστω θα έπρεπε να είναι. Η εποχή Vettel στο Μαρανέλο κρίνεται -ως τώρα- ανεπιτυχής, και το μόνο που μπορεί να την διασώσει, είναι ένα μυθικό 2020, που θα δει τον Γερμανό να κατακτά τίτλο. Αλλά, οι πιθανότητες για κάτι τέτοιο αν όχι ελάχιστες, σίγουρα δεν είναι με το μέρος του.

Επομένως, με το 2021 λιγότερο από 1,5 χρόνο μακριά, η Ferrari καλείται να πάρει μία απόφαση: ποιος θα είναι ο φύσει και θέσει ηγέτης της στη νέα εποχή του σπορ;

Μακριά από τα συμβόλαια και τις πιθανές ανανεώσεις, η Scuderia έχει μία υποχρέωση να δείξει πως διαθέτει αντανακλαστικά και να αντιδράσει, να προσαρμοστεί στα δεδομένα.

Και όχι, φυσικά ο Vettel δεν είναι ένας κακός οδηγός, ένας ανάξιος πρωταθλητής. Παρόλα αυτά, αυτό δε σημαίνει πως είναι οδηγός για τη Ferrari. Το να είσαι ‘οδηγός Ferrari’ είναι η πιο αγχώδης, πιεστική και ψυχοφθόρα δουλειά στο motorsport. Σκεφτείτε πως μέχρι και τον Alonso έκανε να φαίνεται κακός.

Το ζητούμενο για τη Ferrari είναι να συνειδητοποιήσει το συμφέρον της, μακριά από τις ιδεοληψίες της. Μόνο έτσι επιβιώνει κανείς στη σύγχρονη Formula 1.

Ακολουθήστε μας στο Twitter, στο Instagram, και στο Youtube.

No more articles
X